Πνευμονολογικό ιατρείο στην Κοζάνη
Στις υπηρεσίες που παρέχονται από το ιατρείο περιλαμβάνονται:
- Σπιρομέτρηση προ και μετά βρογχοδιαστολής, καμπύλης ροής όγκου
- Οξυμετρία
- Διαχυτική ικανότητα
- Μέτρηση στατικών όγκων
- Λήψη και ανάλυση αερίων αρτηριακού αίματος
- 6λεπτη δοκιμασία βάδισης
- Διαθωρακικός υπέρηχος πνευμόνων
- Μέτρηση λειτουργίας εισπνευστικών και εκπνευστικών μυών
- Μέτρηση εκπνεόμενου μονοξειδίου του άνθρακα
Στις παθήσεις που αντιμετωπίζονται στο ιατρείο περιλαμβάνονται μεταξύ άλλων οι ακόλουθες:

Οξείες λοιμώξεις του αναπνευστικού
Οι λοιμώξεις του αναπνευστικού συστήματος αποτελούν μία από τις πρώτες αιτίες εισαγωγής στο νοσοκομείο και την έκτη αιτία θανάτου παγκοσμίως. Υπάρχουν διάφοροι τρόποι ταξινόμησης των αναπνευστικών λοιμώξεων, όπως η διάκριση σε λοιμώξεις του ανώτερου ή του κατώτερου αναπνευστικού, σε οξείες ή χρόνιες λοιμώξεις, σε ειδικές ή μη ειδικές λοιμώξεις, σε λοιμώξεις σε υγείς ή ανοσοκατεσταλμένους ασθενείς, σε τυπικές ή άτυπες πνευμονίες. Αυτό δείχνει και την πολύπλοκη φύση αυτών των λοιμώξεων. Σε υγιή άτομα που διαβιούν στην κοινότητα η διάγνωση είναι σχετικά απλή και η θεραπεία είναι κατά κανόνα εμπειρική με βάση το ιστορικό του ασθενούς (αλλεργίες, συνυπάρχουσες παθήσεις) και τη γνώση των τοπικών μικροβιολογικών δεδομένων αντοχής στα αντιβιοτικά. Συχνά παρατηρείται το φαινόμενο να λαμβάνουν οι ασθενείς αντιβιοτικά χωρίς ιατρική συμβουλή με αποτέλεσμα είτε τη λήψη μη ενδεικνυόμενου σκευάσματος αντιβίωσης είτε την εμφάνιση παρενεργειών από υπερδοσολογία του φαρμάκου (π.χ διάρροιες, νεφροτοξικότητα, αλληλεπιδράσεις με άλλα φάρμακα).
Διάφοροι μικροοργανισμοί προκαλούν λοιμώξεις του ανώτερου και κατώτερου αναπνευστικού όπως ο ιός της γρίππης, οι ιοί της παραινφλουέντζας, αδενοϊοί, κορωνοϊοί, ο πνευμονιόκοκκος, το μυκόπλασμα, η λεγιονέλλα, διάφοροι μύκητες κλπ. Ο ιός της γρίππης προκαλεί ενδημικές εξάρσεις κατά κύριο λόγο τους χειμερινούς μήνες του έτους. Στα υγιή άτομα εκδηλώνεται με υψηλό πυρετό, κακουχία, κεφαλαλγία και βήχα. Σε ηλικιωμένους όμως και ανοσοκατεσταλμένους ασθενείς η εικόνα είναι πιο δραματική και μπορεί να οδηγήσει στην εμφάνιση πνευμονίας που απαιτεί εισαγωγή στο νοσοκομείο ή ακόμα και σε μονάδα εντατικής θεραπείας. Ο κορωνοϊός SARS-CoV-2 προκάλεσε την παγκόσμια πανδημία το 2020 -2023 και πλέον είναι ένας ενδημικός ιός, που σε αντίθεση με τη γρίππη, προκαλεί νόσηση σε όλη τη διάρκεια του έτους. O αντιγριππικός εμβολιασμός και το εμβόλιο κατά του κορωνοϊού προλαμβάνουν τη σοβαρή νόσηση και τους θανάτους και ενδείκνυνται να γίνονται ετησίως στις ομάδες υψηλού κινδύνου. Τα ετήσια εμβόλια είναι επικαιροποιημένα για τα κυκλοφορούντα στελέχη του ιού και γίνονται κατά την έναρξη της χειμερινής περιόδου. Εκτός από τα συμβατικά αντιγριππικά εμβόλια, την περίοδο 2023/24 διατίθενται ενισχυμένα εμβόλια με υψηλή ανοσογονικότητα για άτομα άνω των 65 ετών. Αντίστοιχα θα πρέπει να γίνονται και τα εμβόλια για τον πνευμονιόκοκκο στους ηλικιωμένους και ευπαθείς ασθενείς.
Φυματίωση
Η φυματίωση ανήκει στις ειδικές λοιμώξεις του αναπνευστικού συστήματος. Ο παγκόσμιος οργανισμός υγείας (WHO) εκτιμά ότι το 30% του πληθυσμού της γης έχει μολυνθεί από το μυκοβακτηρίδιο της φυματίωσης και η φυματίωση εξακολουθεί να αποτελεί την πρώτη αιτία θανάτου από λοιμώδες νόσημα παγκοσμίως. Ο WHO έχει θέσει σαν στόχο την εξάλειψή της έως το έτος 2035. Τα καλά νέα είναι ότι μόνο το 10% των ατόμων που μολύνονται από φυματίωση θα εμφανίσουν εικόνα λοίμωξης και το 90% μπορούν να ανασχέσουν την λοίμωξη.
Ο επίμονος παραγωγικός βήχας, η αιμόπτυση, η δεκατική πυρετική κίνηση, η ανορεξία, η νυχτερινή εφίδρωση,η απώλεια βάρους είναι εκδηλώσεις της νόσου. Η φυματίωση μπορεί να μιμηθεί πολλές νόσους και η διάγνωση προυποθέτει υψηλό βαθμό υποψίας. Με την κατάλληλη αγωγή το 95% θεραπεύεται επιτυχώς ενώ οι θάνατοι είναι σπάνιοι. Οι πυλώνες της αντιφυματικής αγωγής είναι: οι συνδυασμοί των φαρμάκων για την αποφυγή ανάπτυξης ανθεκτικών στελεχών και η χρονιότητα της αγωγής που κυμαίνεται συνήθως 6-9 μήνες.
Στο ιατρείο πραγματοποιείται έλεγχος για λανθάνουσα λοίμωξη (διενέργεια και ερμηνεία δερματικής φυματινοαντίδρασης Mantoux) και χορήγηση χημειοπροφύλαξης στους ενδεικνυόμενους πληθυσμούς με βάση τις διεθνείς και εθνικές οδηγίες.

Άσθμα
Ο επιπολασμός του άσθματος στη χώρα μας είναι περίπου 5-6% και το ποσοστό αυτό αυξάνεται με την πάροδο των ετών. Ευτυχώς ένα μικρό μόνο ποσοστό ασθενών με άσθμα πάσχει από σοβαρή νόσο, όπου η αγωγή με τα συνήθη εισπνεόμενα φάρμακα δεν επαρκεί. Το άσθμα είναι χρόνια νόσος των αεραγωγών και χαρακτηρίζεται από χρόνια φλεγμονή με εξάρσεις και υφέσεις. Αυτές οι εξάρσεις μπορεί να πυροδοτούνται από ιώσεις, αλλεργίες, έντονες μυρωδιές, άσκηση, το τσιγάρο, αλλαγές στον καιρό και μπορεί να υφίενται αυτόματα ή μετά τη λήψη εισπνεόμενων φαρμάκων. Η διάγνωση προϋποθέτει την ύπαρξη κλινικής συμπτωματολογίας (βήχας, δύσπνοια, συριγμός, σφίγξιμο στο στήθος) και παθολογικής σπιρομέτρησης. Κάποιες φορές η σπιρομέτρηση εμφανίζεται φυσιολογική είτε γιατί ο ασθενής λαμβάνει ήδη εισπνεόμενα φάρμακα που επηρεάζουν το αποτέλεσμα της σπιρομέτρησης είτε γιατί η νόσος βρίσκεται σε ύφεση. Κάποιες άλλες φορές πάλι τίθεται η διάγνωση του άσθματος στην πρωτοβάθμια υγεία χωρίς αυτό να μπορεί να τεκμηριωθεί από τον πνευμονολόγο με βάσει τα σπιρομετρικά δεδομένα (το 1/3 των ασθενών που φέρουν τη διάγνωση του άσθματος φαίνεται ότι δεν έχουν άσθμα όταν εξεταστούν από τον πνευμονολόγο τους!). Το άσθμα είναι μία νόσος που ελέγχεται με την σωστή και επιμελή λήψη των εισπνεόμενων φαρμάκων. Τα φάρμακα αυτά δρουν ως ανακουφιστικά (βρογχοδιασταλτικά) αλλά και ως ρυθμιστικά φάρμακα της φλεγμονής αφού η βάση τους είναι η εισπνεόμενη κορτιζόνη. Η δόση της χορηγούμενης εισπνεόμενης κορτιζόνης είναι συνήθως μικρή ή μέτρια και η απορρόφησή της στη συστηματική κυκλοφορία είναι επίσης μικρή με αποτέλεσμα να μην εμφανίζονται συστηματικές παρενέργειες από τη λήψη αυτών των φαρμάκων. Ένας λόγος που οι ασθενείς δεν βελτιώνονται με τα φάρμακα είναι η ανεπαρκής εκπαίδευσή τους στις τεχνικές λήψης των εισπνεόμενων φαρμάκων. Μέχρι και το 70% των ασθενών χρησιμοποιεί λανθασμένα τη συσκευή χωρίς να το γνωρίζει.
ΧΑΠ
Η χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια (ΧΑΠ) είναι μία χρόνια νόσος με παγκόσμιο επιπολασμό 10,3% (GOLD 2023) που αφορά κυρίως καπνιστές ή πρώην καπνιστές, άνδρες και άτομα μεγαλύτερης ηλικίας. Αν και πάνω από το 70% των περιπτώσεων ΧΑΠ αφορά καπνιστές (ενεργητικούς ή παθητικούς), φαίνεται ότι λιγότερο από το 50% των βαρέων καπνιστών θα αναπτύξουν ΧΑΠ, πράγμα που σημαίνει ότι και άλλοι παράγοντες, κυρίως γενετικοί, παίζουν ρόλο στην ανάπτυξη της νόσου. Τα κύρια συμπτώματά της είναι ο βήχας, η δύσπνοια, τα φλέγματα και οι συχνοί παροξυσμοί της νόσου. Ο βήχας («τσιγαρόβηχας») μπορεί να είναι το πρώτο σύμπτωμα της νόσου αλλά συχνά αγνοείται και εκλαμβάνεται σαν «φυσιολογικό» επακόλουθο του καπνίσματος. Σε έναν καπνιστή με αναφερόμενη τυπική συμπτωματολογία η διάγνωση επιβεβαιώνεται με την σπιρομέτρηση. H διακοπή του καπνίσματος είναι η μόνη θεραπευτική παρέμβαση που αλλάζει τη φυσική ιστορία της νόσου και βελτιώνει την επιβίωση. Η χορήγηση βρογχοδιασταλτικών φαρμάκων βελτιώνει τα συμπτώματα της νόσου ενώ η χορήγηση εισπνεόμενων κορτικοστεροειδών, όταν ενδείκνυται, μειώνει τις παροξύνσεις. Σε υπερκαπνικούς ασθενείς με ιστορικό παροξύνσεων η χρήση μάσκας BiPAP (συσκευή αναπνευστικής υποστήριξης) βελτιώνει την επιβίωση. Τέλος σε ασθενείς τελικού σταδίου η έντονη δύσπνοια και η ικανότητα για άσκηση βελτιώνονται με την κατ’οίκον οξυγονοθεραπεία.
Προεγχειρητικός έλεγχος του αναπνευστικού
Πρόκειται για έλεγχο του αναπνευστικού συστήματος που προηγείται της αναισθησίας των χειρουργικών επεμβάσεων. Στόχος είναι η αξιολόγηση του περιεγχειρητικού και μετεγχειρητικού κινδύνου, η τροποποίηση παραγόντων κινδύνου και η βελτιστοποίηση της φαρμακευτικής αγωγής έτσι ώστε να μειωθεί η πιθανότητα εμφάνισης επιπλοκών. Οι συχνότερες αναπνευστικές επιπλοκές είναι η πνευμονία, η ατελεκτασία, ο βρογχόσπασμος, η πλευριτική συλλογή, ο πνευμοθώρακας και η αναπνευστική ανεπάρκεια που συμβαίνουν στο 2-19% των χειρουργημένων ασθενών. Η λήψη λεπτομερούς ιστορικού, η ενδελεχής φυσική εξέταση, η εκτίμηση της καπνισματικής συνήθειας και η οξυμετρία αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι του προεγχειρητικού ελέγχου. Η ακτινογραφία θώρακα, η λήψη αερίων αρτηριακού αίματος, η σπιρομέτρηση και οι δοκιμασίες άσκησης εφαρμόζονται κατά περίπτωση. Παρεμβάσεις όπως η διακοπή του καπνίσματος οκτώ βδομάδες πριν το χειρουργείο σχετίζεται με μείωση των αναπνευστικών επιπλοκών κατά 50% σε σχέση με τους ενεργούς καπνιστές. Στους ασθενείς με χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια που παρουσιάζουν υποβέλτιστη αναπνευστική λειτουργία η μεγιστοποίηση της βρογχοδιασταλτικής αγωγής μειώνει τον περι- και μετεγχειρητικό κίνδυνο.
Υπεζωκοτικές συλλογές
Η υπεζωκοτική κοιλότητα είναι μία μικρή κοιλότητα που βρίσκεται στην εξωτερική επιφάνεια των πνευμόνων. Φυσιολογικά περιέχει μόλις 70 ml ενός ορώδους υγρού το οποίο δρα σαν λιπαντικό και διευκολύνει τις φυσιολογικές αναπνευστικές κινήσεις. Σε κάποιες παθολογικές καταστάσεις η ποσότητα αυτή του υγρού αυξάνεται σημαντικά με αποτέλεσμα την δημιουργία της υπεζωκοτικής ή πλευριτικής συλλογής. Το κύριο σύμπτωμα των υπεζωκοτικών συλλογών είναι η δύσπνοια, ο βήχας και ο πόνος στο στήθος. Η καρδιακή ανεπάρκεια, η κακοήθεια και η πνευμονία είναι οι κύριες αιτίες πρόκλησης της υπεζωκοτικής συλλογής. Η διαγνωστική διερεύνηση περιλαμβάνει την διαδερμική παρακέντηση του υγρού με σκοπό την ανεύρεση των χαρακτηριστικών του και τον εντοπισμό της αιτίας του. Οι συχνότερες επιπλοκές κατά την διαδικασία αυτή περιλαμβάνουν τον τραυματισμό του πνεύμονα και τη δημιουργία πνευμοθώρακα, την αιμοραγία και το συγκοπτικό επεισόδιο. Όταν όμως η παρακέντηση γίνεται κατευθυνόμενα με υπέρηχο, η πιθανότητα επιπλοκών μειώνεται σημαντικά και για αυτό το λόγο η Βρετανική Εταιρεία Θώρακα (British Thoracic Society) συνιστά η παρακέντηση να γίνεται πάντα υπό κατευθυνόμενη υπερηχογραφία. Στο ιατρείο διατίθεται υπέρηχος ο οποίος συνδράμει στην αξιόπιστη διάγνωση παθήσεων όπως το πλευριτικό υγρό, οι καρκινικές εμφυτεύσεις στον υπεζωκότα και η ατελεκτασία στον πνεύμονα. Επιπλέον η διαγνωστική και εκκενωτική παρακέντηση του πλευριτικού υγρού πραγαματοποιούνται με ασφάλεια και μικρή πιθανότητα επιπλοκών.
Σύνδομο υπνικής άπνοιας-υπόπνοιας
Το σύνδρομο αυτό χαρακτηρίζεται από διαστήματα παύσης της αναπνοής κατά τη διάρκεια του ύπνου και επηρεάζει την ποιότητα ζωής των ατόμων προκαλώντας συμπτώματα όπως υπερβολική ημερήσια υπνηλία, ροχαλητό, πρωινούς πονοκεφάλους, διαταραχές στην ικανότητα συγκέντρωσης, επιρρέπεια σε ατυχήματα, στυτική δυσλειτουργία. Επιπλέον συνδυάζεται με εμφάνιση αρτηριακής υπέρτασης, αυξημένη πιθανότητα για καρδιαγγειακά συμβάματα (έμφραγμα, εγκεφαλικό επεισόδιο) και αυξημένη θνησιμότητα. Η επίπτωσή του είναι αυξημένη στους άνδρες, σε άτομα μεγαλύτερης ηλικίας και σε παχυσαρκία.
Στο ιατρείο δίνεται η δυνατότητα νυχτερινής οξυμετρίας, η οποία είναι μία εύκολη και αναίμακτη εξέταση που δίνει πληροφορίες για τον κορεσμό οξυγόνου κατά τον βραδινό ύπνο. Ο ασθενής φοράει ένα οξύμετρο στον καρπό κατά τον βραδινό ύπνο του στο σπίτι και ακολουθεί ανάλυση την επόμενη ημέρα από τον γιατρό . Σημαντικοί δείκτες στην καταγραφή είναι ο μέσος κορεσμός αιμοσφαιρίνης, η ελάχιστη τιμή, ο αριθμός των αποκορεσμών (άνω του 3% και 4%) ανά ώρα καταγραφής , ο χρόνος με κορεσμούς αιμοσφαιρίνης κάτω του 90%, ο μέσος καρδιακός ρυθμός καθώς και η ανώτερη και κατώτερη τιμή καρδιακής συχνότητας. Έτσι ο γιατρός μπορεί να καταλάβει εάν ο ασθενής χρειάζεται περαιτέρω διερεύνηση και να του συστήσει κατά περίπτωση πολυϋπνογραφία. Η νυκτερινή οξυμετρία θα ζητηθεί όταν:
- Ο γιατρός θέλει να ελέγξει ασθενείς με υψηλή πιθανότητα για σύνδρομο υπνικής άπνοιας.
- Ο γιατρός θέλει να ελέγξει την αποτελεσματικότητα της θεραπείας του συνδρόμου υπνικής άπνοιας.
- Σε ασθενείς με νοσήματα αναπνευστικά ή καρδιολογικά που πρέπει να εκτιμηθεί η ανάγκη νυκτερινής οξυγονοθεραπείας.
Η πολυϋπνογραφία ή αλλιώς πολυκαταγραφική μελέτη ύπνου είναι μία ανώδυνη και αναίμακτη εξέταση κατά την οποία ο ασθενής συνδέεται με ειδικά καλώδια-ηλεκτρόδια στο κεφάλι, στο θώρακα και στο υπόλοιπο σώμα του για την παρακολούθηση των ζωτικών λειτουργιών του κατά τη διάρκρια του ύπνου. Πραγματοποιείται σε ειδικά διαμορφωμένο εργαστήριο σε νοσοκομείο και εν συνεχεία ερμηνεύεται από εξειδικευμένο προσωπικό. Σε μερικές περιπτώσεις μπορεί η εξέταση να πραγματοποιηθεί στο σπίτι, ωστόσο υπάρχουν περιορισμοί που μειώνουν την διαγνωστική ακρίβεια της κατ’οίκον μελέτης. H ερμηνεία της μελέτης ύπνου γίνεται από τον πνευμονολόγο και με βάσει τα αποτελέσματα αποφασίζεται το είδος της θεραπείας που θα εφαρμοσθεί (αναπνευστική συσκευή τύπου CPAP-ΒiPAP, ενδοστοματικές συσκευές ύπνου).
Νευρομυικά νοσήματα
Τα περισσότερα νευρομυϊκά νοσήματα οδηγούν σε προοδευτική μυϊκή αδυναμία που αφορά τους μυς των άνω και κάτω άκρων όπως επίσης και τους αναπνευστικούς μύες. Στην ομάδα αυτή των αναπνευστικών μυών περιλαμβάνονται:
α) οι εισπνευστικοί μύες, με κυριότερο το διάφραγμα της αναπνοής που επιτελεί το 70% της εισπνευστικής προσπάθειας
β) οι εκπνευστικοί μύες, με κυρότερους τους μεσοπλεύριους και κοιλιακούς μύες, που που είναι επιφορτισμένοι με τη λειτουργία του βήχα και την επιτυχή εκκαθάριση των αναπνευστικών οδών από τις εκκρίσεις
γ) οι «προμηκικοί» μύες που προστατεύουν τους αεραγωγούς από την εισρόφηση.
Οι ασθενείς με νευρομυϊκά νοσήματα βιώνουν σημαντική έκπτωση της ποιότητας ζωής τους λόγω των αναπνευστικικών προβλημάτων (δύσπνοια στην κόπωση, διαταραχές ύπνου, πρωινοί πονοκέφαλοι, ημερήσια υπνηλία, δυσκολία στη διαχείριση των βρογχικών εκκρίσεων,συχνές αναπνευστικές λοιμώξεις) και προτείνεται η τακτική παρακολούθησή τους από πνευμονολόγο για την έγκαιρη αναγνώριση και αντιμετώπισή τους. Η χρήση μη επεμβατικού μηχανικού αερισμού (συσκευές θετικής πίεσης που διευκολύνουν την εισπνοή) μπορεί να παρατείνει την επιβίωση των ασθενών και να βελτιώσει την ποιότητα ζωής τους τουλάχιστον σε κάποιες κατηγορίες νευρομυϊκών νοσημάτων. Εργαστηριακές παράμετροι που χρησιμοποιούνται για την έγκαιρη αναγνώριση των σημείων αναπνευστικής ανεπάρκειας είναι η σπιρομέτρηση σε καθιστή και ύπτια θέση, η μέτρηση των εισπνευστικών και εκπνευστικών πιέσεων των αναπνευστικών μυών (ΜΙP-MEP), ο νυκτερινός υποαερισμός και η ημερήσια υπερκαπνία. Στο ιατρείο γίνεται μέτρηση ΜIP-MEP, μέτρηση της αργά εκπνεόμενης ζωτικής χωρητικότητας (VC), της FVC σε καθιστή και ύπτια θέση, εκτίμηση της ανάγκης για μηχανική υποστήριξη της αναπνοής και οξυγονοθεραπεία.
Διακοπή καπνίσματος
Το κάπνισμα είναι μία χρόνια υποτροπιάζουσα νόσος και όχι μια απλή συνήθεια συνυφασμένη με τις δραστηριότητας του καπνιστή. Το κάπνισμα ελάχιστων μόνο τσιγάρων την ημέρα (αρκούν 5 μόλις τσιγάρα για 10 ημέρες!) οδηγεί σε δομικές αλλαγές στον εγκέφαλο και διεγείρει τα ίδια ντοπαμινεργικά μονοπάτια ανταμοιβής όπως στην εξάρτηση από τα οπιοειδή ή την κοκαίνη.
Eίναι πλέον αποδεδειγμένο ότι οι πέντε κύριες αναπνευστικές παθήσεις (“big five”) , δηλαδή η χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια, το άσθμα, ο καρκίνος του πνεύμονα, οι πνευμονίες και η φυματίωση, προκαλούνται ή επιδεινώνονται από τη χρήση προϊόντων καπνού και το παθητικό κάπνισμα. Καρδιαγγειακά νοσήματα, κακοήθειες του γαστρεντερικού συστήματος (οισοφάγου, στομάχου, παχέως εντέρου, ήπατος), γυναικολογικές κακοήθειες (μαστού, ωοθηκών) έχουν επίσης συσχετιστεί με την καπνισματική συνήθεια.
Το κάπνισμα αντιμετωπίζεται σαν νόσος και εκτός από τη συμβουλευτική παρέμβαση υπάρχουν διαθέσιμες φαρμακοθεραπείες που ανακουφίζουν τα συμπτώματα στέρησης που συνδέονται με την διακοπή του καπνίσματος (άγχος, ανησυχία, ευερεθιστότητα, διαταραχές ύπνου, πρόσληψη βάρους).
Διαχείριση ογκολογικών περιστατικών (Διάγνωση καρκίνου του πνεύμονα-παρακολούθηση-παρηγορητική αντιμετώπιση σε ασθενείς τελικού σταδίου)
O καρκίνος του πνεύμονα συνδέεται άρρηκτα με το κάπνισμα και προκαλεί περισσότερους θανάτους από κάθε άλλη μορφή καρκίνου στους άνδρες και στις γυναίκες. Η διάγνωσή του σε πρώιμο στάδιο αυξάνει την πιθανότητα χειρουργικής αντιμετώπισης και την επιβίωση. Η βιοψία είναι απαραίτητη για την ιστολογική ταυτοποίηση της νεοεξεργασίας και μπορεί να γίνει είτε βρογχοσκοπικά σε κεντρικά εντοπιζόμενες μάζες είτε διαθωρακικά υπό την καθοδήγηση αξονικού τομογράφου. Ανάλογα με το στάδιο της νόσου, η αντιμετώπιση μπορεί να περιλαμβάνει χειρουργική αφαίρεση στα πρώιμα στάδια, χημειοθεραπεία, ακτινοθεραπεία ή συνδυασμούς των παραπάνω. Σε εξαιρετικά προχωρημένες περιπτώσεις και ανάλογα με την κλινική κατάσταση του ασθενούς επιλέγεται η παρηγορητική-ανακουφιστική θεραπεία (best supportive care). Η αντιμετώπιση αυτή αναφέρεται στην καλύτερη δυνατή ενημέρωση του ασθενούς και του περιβάλλοντός του, στην ψυχολογική υποστήριξη, την αντιμετώπιση του άγχους και του φόβου, την αντιμετώπιση του πόνου και της δύσπνοιας με απώτερο σκοπό τη βελτίωση της ποιότητας ζωής του αρρώστου.
Διάμεσες πνευμονοπάθειες
Πρόκειται για μία ετερογενή ομάδα νοσημάτων στην οποία κατατάσσονται πάνω από 300 διαφοτερικές παθήσεις. Στο 30% περίπου των περιπτώσεων η αιτιολογία τους δεν είναι γνωστή ενώ στις υπόλοιπες περιπτώσεις ενοχοποιούνται η έκθεση σε φάρμακα, προηγηθείσες χημειοθεραπείες-ακτινοθεραπείες, επαγγελματική έκθεση σε οργανικές ουσίες, νοσήματα κολλαγόνου, κληρονομικά νοσήματα, προηγηθείσες λοιμώξεις κλπ. Ο συνδυασμός κλινικής εικόνας, απεικονιστικών ευρημάτων στην αξονική τομογραφία θώρακα και λειτουργικού ελέγχου της αναπνοής θέτουν την υποψία διάγνωσης προς την σωστή κατεύθυνση. Σε κάποιες περιπτώσεις η βιοψία είτε από το πνευμονικό παρέγχυμα είτε από μεσοθωρακικό λεμφαδένα είτε από εξωθωρακική εντόπιση είναι απαραίτητη για την τεκμηρίωση της διάγνωσης. Η θεραπεία εξαρτάται από την υποκείμενη νόσο και μπορεί να περιμβάνει τη χορήγηση κορτικοστεροειδών, ανοσοτροποποιητικών παραγόντων ή αντι-ινωτικών φαρμάκων. Σε άλλες περιπτώσεις επιλέγεται η παρακολούθηση για την εκτίμηση της ενεργότητας της νόσου πριν την απάφαση για την ανάγκη χορήγησης θεραπείας.
